Οι ειδικοί αναθεωρούν διατροφικές οδηγίες- NY Times και Καθημερινή

  • 15 Jan Off

 

Η αμερικανική κυβέρνηση αναθεώρησε προ ημερών τις διατροφικές οδηγίες προς τους Αμερικανούς, καλώντας τους να περιορίσουν την κατανάλωση ζάχαρης και πρωτεΐνης. Είναι βέβαιο ότι πολλοί δεν πρόκειται να ανταποκριθούν στην έκκληση. Αλλωστε, τελευταίες επιστημονικές μελέτες προσδίδουν βάρος σε μία νέα προσέγγιση: την εξατομικευμένη δίαιτα.

Στην πραγματικότητα, καθένας μας έχει έναν μοναδικό τρόπο απορρόφησης και μεταβολισμού των θρεπτικών ουσιών. Ετσι, οι επιστήμονες προσπαθούν να δώσουν αποτελεσματικές διατροφικές συμβουλές με βάση παράγοντες όπως η γενετική δομή, τα βακτήρια του εντέρου, ο σωματικός τύπος και η έκθεση σε χημικούς παράγοντες. «Προφανώς δεν μπορούν να ισχύουν για όλους οι ίδιες διατροφικές συμβουλές, διότι ο καθένας μας είναι διαφορετικός», λέει ο λοιμωξιολόγος Εράν Ελινάβ του Επιστημονικού Ινστιτούτου Βάισμαν. «Για αυτό αποτύχαμε παταγωδώς στον πόλεμο κατά της παχυσαρκίας».

Ο δρ Ελινάβ και οι συνεργάτες του στοχεύουν στη δημιουργία ενός νέου τομέα διατροφικών συμβουλών, όπως φαίνεται από τη μελέτη δημοσίευσαν στην επιθεώρηση Cell. Οι επιστήμονες διαπίστωσαν μεγάλες διακυμάνσεις της γλυκόζης σε 800 εθελοντές που έφαγαν ακριβώς τα ίδια πράγματα. Σε κάποιους το σάκχαρο εκτινάχθηκε στα ύψη όταν έφαγαν παγωτό και σοκολάτα, ενώ άλλοι είχαν μία πολύ ήπια αντίδραση. Μεγάλες διακυμάνσεις εμφανίστηκαν, εξάλλου, όταν οι εθελοντές έτρωγαν σούσι ή ψωμί ολικής άλεσης, «γελοιοποιώντας» τον γλυκαιμικό δείκτη, που κατατάσσει τα τρόφιμα σύμφωνα με τις συνέπειές τους στο σάκχαρο του αίματος, και αμφισβητώντας την αξία των υπολογισμών με βάση τις θερμίδες. Η ικανότητα κάθε ανθρώπου να παίρνει ενέργεια από τα τρόφιμα διαφέρει.

Στη συνέχεια, οι ερευνητές συνδύασαν τα στοιχεία που είχαν για τη γλυκόζη με πληροφορίες για τα βακτήρια του εντέρου, τα φάρμακα, το οικογενειακό ιστορικό και τον τρόπο ζωής, καταλήγοντας σε έναν αλγόριθμο που υπολόγιζε με ακρίβεια την αντίδραση της γλυκόζης από τρόφιμα που δεν είχαν δοκιμάσει οι εθελοντές. Στη συνέχεια, οι επιστήμονες έδωσαν εξατομικευμένες δίαιτες σε 100 ανθρώπους με προδιάθεση στον διαβήτη, ώστε το σάκχαρο να παραμένει σχετικά σταθερό μετά τα γεύματα και να αυξηθούν τα καλά βακτήρια στα έντερα. «Ο αλγόριθμός αυτός είναι παρόμοιος με αυτόν που χρησιμοποιεί το Amazon για να σου πει ποια βιβλία θέλεις να διαβάσεις, μόνο που εμείς το κάνουμε με τρόφιμα», εξηγεί ο Εραν Σεγκάν, προγραμματιστής στο Ινστιτούτο Βάισμαν, που συνυπογράφει τη μελέτη.

Ο δρ Σεγκάν πιστεύει ότι τα επόμενα χρόνια θα μπορέσουν να χρησιμοποιήσουν τον αλγόριθμο για να εξατομικεύσουν τις διατροφικές συμβουλές προς το κοινό. Οι περισσότερες εξατομικευμένες δίαιτες που υπάρχουν σήμερα βασίζονται στη γενετική ανάλυση, αλλά η σχέση DNA και καλής διατροφής μόλις τώρα άρχισε να αποκρυπτογραφείται.

Ο δρ Τζον Μάδερς είναι επικεφαλής του Κέντρου Ερευνας Διατροφής του Πανεπιστημίου του Νιουκάσλ και επικεφαλής της μελέτης «Food 4Me», που χρηματοδοτήθηκε από την Ε.Ε. Χίλιοι πεντακόσιοι εθελοντές από επτά χώρες είτε έλαβαν εξατομικευμένες διατροφικές συμβουλές με βάση τα γενετικά τους στοιχεία είτε τις κλασικές οδηγίες, όπως να τρώνε πολλά φρούτα, κρέατα χωρίς λίπος και προϊόντα ολικής άλεσης. Παρότι δεν έχουν δημοσιευθεί τα συμπεράσματα, ο δρ Μάδερς υποστηρίζει ότι «τελικά εκείνοι που έλαβαν τις εξατομικευμένες συμβουλές τα κατάφεραν καλύτερα από αυτούς που ακολούθησαν γενικές δίαιτες. Οι εξατομικευμένες δίαιτες είναι ο δρόμος που πρέπει να ακολουθήσουμε».

 

Πηγή: Καθημερινή (Άρθρο των NYTimes)