Τα γονίδια BRCA στην πρόληψη και θεραπεία των καρκίνων μαστού, ωοθηκών, παγκρέατος και προστάτη (Βίντεο)

  • 31 May Off

 

 

Σε αυτό το βίντεο, η Judith Balmaña εξετάζει το ρόλο των γονιδίων BRCA1 και BRCA2 στην εκτίμηση του κινδύνου για τον καρκίνο, την έγκαιρη ανίχνευση και την πρόληψη του καρκίνου και την επίπτωση της ανεπάρκειας του BRCA ως προγνωστικού βιοδείκτη για στοχευμένες θεραπείες σε διαφορετικούς τύπους όγκων.

 

Τα BRCA1 και BRCA2 κωδικοποιούν δύο μεγάλες πρωτεΐνες, οι οποίες εντοπίζονται στον πυρήνα του κυττάρου και εκφράζονται ευρέως σε διαφορετικούς ιστούς κατά τη διάρκεια των φάσεων S και G2. Αυτές οι πρωτεΐνες δρουν για τη διατήρηση της σταθερότητας των χρωμοσωμάτων, κυρίως μέσω της επιδιόρθωσης του DNA και του ελέγχου του κυτταρικού κύκλου.

 

H BRCA1 είναι πρωτεΐνη αποκατάστασης βλαβών DNA που λειτουργεί τόσο στην ενεργοποίηση του σημείου ελέγχου όσο και στην επισκευή του DNA. H BRCA1 συνδέει τους αισθητήρες καταστροφής του DNA και τους παράγοντες αποκατάστασης βλάβης του DNA.

H BRCA2 είναι πρωτεινη μεσολαβητής του μηχανισμού του πυρήνα για την επιδιόρθωση λαθών στον ανασυνδυασμό του DNA.

Η αδρανοποίηση οποιασδήποτε από τις δύο πρωτεΐνες οδηγεί σε καρκινογένεση.

 

Οι κληρονομικές μεταλλάξεις σε αυτά τα γονίδια είναι σχετικά σπάνιες.

Εκτιμάται ότι ο επιπολασμός τους στον πληθυσμό είναι 1 στα 200-400 άτομα, δηλαδή 0,25%. Αυτός ο επιπολασμός είναι υψηλότερος σε ορισμένες ομάδες, όπως τα άτομα της καταγωγής Ashkenazi, όπου ο επιπολασμός είναι 1 στα 40 άτομα, ή 2,5%, λόγω τριών μεταλλάξεων.

Στις γυναίκες με καρκίνο του μαστού, οι κληρονομικές μεταλλάξεις κυττάρων σε αυτά τα γονίδια παρατηρούνται σε ποσοστό 2-5%. Αυτή η συχνότητα είναι υψηλότερη στις γυναίκες με τριπλό αρνητικό καρκίνο του μαστού ή σε γυναίκες με  εμφάνιση της νόσου σε ηλικία μικρότερη των 40 ετών ή με οικογενειακό ιστορικό.

Μεταξύ 8-18% των γυναικών με καρκίνο των ωοθηκών μπορεί να έχουν κληρονομική μετάλλαξη στα BRCA1 ή BRCA2 γονίδια.

Στο καρκίνο του παγκρέατος, η συχνότητα τους είναι 2-4%, και στον καρκίνο του προστάτη ο επιπολασμός κυμαίνεται από 1-2% στου νέους και στο 4-6% μεταξύ των  ασθενών με μεταστατικό καρκίνο του προστάτη.

 

Ο κίνδυνος καρκίνου του μαστού στους φορείς BRCA1 είναι 40% στην ηλικία των 50 ετών και 72% στην ηλικία των 80 ετών.

Ο  κίνδυνος καρκίνου του μαστού σε φορείς BRCA2 είναι περίπου 35% στην ηλικία των 50 ετών και 68% στην ηλικία των 80 ετών.

 

Ο κίνδυνος καρκίνου των ωοθηκών είναι σχεδόν 40% για τους φορείς BRCA1 και σχεδόν 20% για τους φορείς BRCA2.

 

Ο κίνδυνος καρκίνου του παγκρέατος, κυρίως στους φορείς BRCA2, κυμαίνεται μεταξύ 1,5% και 3%, ενώ για τον καρκίνο του προστάτη, επίσης κυρίως στους φορείς BRCA2, κυμαίνεται μεταξύ 5% και 15%. Αυτοί οι όγκοι του προστάτη παρουσιάζονται συνήθως νωρίτερα, με πιο επιθετικό φαινότυπο και μειωμένη επιβίωση σε σχέση με τον σποραδικό καρκίνο.

 

Τελικά μηνύματα:

– Ο έλεγχος των γενετικών μεταλλάξεων των γονιδίων BRCA1 / 2 έχει επιπτώσεις στην εκτίμηση του κινδύνου καρκίνου, στην παρακολούθηση / πρόληψη του καρκίνου και στη στοχοθετημένη θεραπεία.

– Τα άτομα με κληρονομική μετάλλαξη  BRCA1 / 2 έχουν αυξημένο κίνδυνο εμφάνισης καρκίνου του μαστού, καρκίνου ωοθηκών, καρκίνου του παγκρέατος και καρκίνου του  προστάτη.

– Οι συστάσεις επιτήρησης και οι χειρουργικές επεμβάσεις μειώνουν σημάντικα τον κίνδυνο εμφάνισης της νόσου σε άτομα με κληρονομικές μετάλλαξεις BRCA1 / 2.

– Οι μεταλλάξεις BRCA1 / 2 μπορουν να χρησιμεύσουν ως προγνωστικός βιοδείκτης για στοχοθετημένες θεραπείες, όπως η πλατίνες και οι PARP, μεταξύ άλλων.

– Οι γενετικές εξετάσεις BRCA για θεραπευτικές ενδείξεις πιθανότατα θα αυξήσουν τον αριθμό των φορέων κληρονομικών μεταλλάξεων που εντοπίζονται και θα δημιουργήσουν  ευκαιρία για κλιμακωτές δεξετάσεις σε συγγενείς που μπορούν να επωφεληθούν από εξατομικευμένα προγράμματα προληπτικών εξετάσεων

 

 

Πηγή: Ευρωπαϊκή Εταιρεία Ιατρικής Ογκολογίας http://www.esmo.org